Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Brouwerij 3 Fonteinen: Η ιστορία των βελγικών lambic μέσα από μια ζυθοποιία

Ο θαυμαστός κόσμος των lambic, στην κοιλάδα Pajottenland του Βελγίου, είναι γεμάτος συναρπαστικές ιστορίες αυθόρμητης ζύμωσης και δημιουργικών ανθρώπων. Μια τέτοια ιστορία είναι και της περίφημης Brouwerij Drie (3) Fonteinen.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Gaston Debelder και η σύζυγός του Raymonde Dedoncker αποφάσισαν να ανταλλάξουν την αγροτική ζωή στο Halle με μια καριέρα στην μπύρα. Το 1953 το ζευγάρι αγοράζει ένα σπίτι το οποίο λειτουργούσε ως μπαρ και geuze blendery από το 1887. Αυτό το κτίριο, το οποίο βρίσκεται στην οδό Hoogstraat του Beersel, ανήκε στον Jean-Baptiste Denaeyer, πρώην δήμαρχο του Beersel και επίσης αφοσιωμένου geuze blender.

Ο Gaston και η Raymonde βάφτισαν την brasserie «3 Fonteinen» αμέσως αφού την ανέλαβαν. Πολύ σύντομα ο Gaston έγινε και ο ίδιος ειδικός στην ευγενή τέχνη του blending. Lambik και geuze δεν ήταν καινούριες έννοιες για το ζεύγος Debelder: ο Arthur Debelder, θείος του Gaston, ήταν ένας επιτυχημένος geuze blender στο Lot από τις αρχές του 19ου αιώνα. Άρα το μυστικό της lambik δεν υπήρχε μόνο στην ατμόσφαιρα, έτρεχε στο ίδιο τους το αίμα.

Το ιστορικό κτήριο του 1883, στο οποίο στεγάστηκε αρχικά η 3F μέχρι το 1961. Από κει και μετά λειτούργησε υπό νέο ιδιοκτήτη ως Cafe De 3 Bronnen (οι 3 πηγές), (Van Aerschot, Suzanne, 01-01-1975, ©Vlaamse Overheid)

Μετά από εννέα χρόνια, το 1961, η οικογένεια Debelder αγοράζει ένα ακίνητο στην πλατεία της εκκλησίας του Beersel. Το κτίριο κατεδαφίστηκε, αλλά η αποθήκη, κάτω από την σημερινή αίθουσα τελετών, διατηρήθηκε. Ο Gaston σκάβει το δικό του κελάρι κάτω από το κτίριο καθώς το πάθος του για το geuze blending συνεχίζει να μεγαλώνει. Αυτοί οι υπόγειοι χώροι αποθήκευσης είναι ιδανικοί για να αφεθούν μπουκάλια blended lambik να επαναζυμωθούν σε geuze και να ωριμάσουν για αρκετά χρόνια. Τα κελάρια του εστιατορίου εφάπτονται του ζυθοποιείου ακόμα και σήμερα.

Το μπαρ υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλές τις δεκαετίες του 60 και 70. Μεταξύ άλλων φιλοξένησε την λογοτεχνική λέσχη “Mijol”, υπό την προεδρία του θρυλικού Φλαμανδού συγγραφέα Herman Teirlinck, ο οποίος ζούσε στο Beersel από το 1935. Πολλοί Φλαμανδοί συγγραφείς, καλλιτέχνες και πολιτικοί (π.χ. Gerard Walschap, Ernest Claes, και Marc Galle) περνούσαν τον ελεύθερο χρόνο τους εδώ, παίζοντας «mijolbak» (δημοφιλές παιχνίδι παμπ).

Έως και πριν από μερικά χρόνια, θεωρούνταν ότι η ονομασία «3 Fonteinen» προερχόταν από το πορσελάνινο σύστημα κανουλών το οποίο υπήρχε πάντα στο μπαρ. Ακόμα και σήμερα, lambik, faro και kriekenlambik της 3 Fonteinen ρέουν άφθονες από αυτό. Ωστόσο, η αρχική ονομασία Fonteinen αναφέρεται στις πηγές που αναβλύζουν από την μικρή κοιλάδα πίσω από το Laarheide και το σημερινό ζυθοποιείο 3 Fonteinen, στην κορυφή του λόφου στο Beersel. Εκτός αυτού, η 3 Fonteinen ήταν το κατεξοχήν ποτοπωλείο για πολλούς κατοίκους των Βρυξελλών οι οποίοι πλημμύριζαν την πλατεία του χωριού τα σαββατοκύριακα για να απολαύσουν ψωμί με «plattekeis» (φρέσκο λευκό τυρί) και guis (τοπική ονομασία για το geuse).

Armand, Gaston, Guido Debelder, 1980s

Το 1982 οι γιοί του Gaston, ο Armand και ο Guido, αναλαμβάνουν την κουζίνα και το blendery.

Μετά από χρόνια επιτυχίας στο εστιατόριο και το geuze blending, ο Gaston και η Reymonde άφησαν την επιχείρησή τους στους γιούς τους Armand και Guido. Ενώ ο Guido ανέλαβε την ευθύνη της διαχείρισης και το εστιατόριο, ο Armand έτρεχε την κουζίνα και το ζυθοποιείο geuze. Ο Armand έγινε σεφ το 1974 σε ηλικία 24 ετών, αλλά μαγείρευε από τα 16. Υπό τις οδηγίες του, το μενού επεκτάθηκε σημαντικά με (νέες εκδόσεις) τοπικών πιάτων, οι οποίες χρησιμοποιούσαν lambik, faro και geuze ως συστατικά. Ορισμένες από αυτές τις συνταγές εξελίχθηκαν σε πραγματικά κλασσικά πιάτα τα οποία σερβίρονται έως και σήμερα! Κατά την διάρκεια όλων αυτών των χρόνων ο Armand είχε κληρονομήσει την ''μύτη'', τις ικανότητες και την εμπειρία από τον πατέρα του και χρησιμοποίησε τα ταλέντα του για να συνεχίσει την ευγενή τέχνη του blending.  Κατά την διάρκεια των δεκαετιών του 80 και του 90, το εστιατόριο γνωρίζει σημαντική επιτυχία. Ο Armand ακόμη αναπολεί με νοσταλγία τα καλοκαίρια που έπρεπε να κόψουν και να τηγανίσουν περισσότερο από ένα τόνο πατάτες κάθε εβδομάδα, ή τα μύδια που μαγειρεύονταν ανά ντουζίνες κιλά. Εν τω μεταξύ, η geuze τους συνέχιζε να ρέει....


Το εστιατόριο μπορεί να γνώριζε άνθιση αλλά μια πολύ σημαντικότερη πρόκληση είχε αρχίσει να αναδύεται: περίπου το 1990 η κατανάλωση geuze άγγιξε τα απολύτως κατώτατα επίπεδα της. Αυτό οφειλόταν στην μετατόπιση της κατανάλωσης προς τις φτηνές pils, τις γλυκές φρουτόμπυρες και το κρασί.

Εξετάστηκε η πιθανότητα να σταματήσει εντελώς το blending στις geuze. Η αυθεντική μέθοδος με την οποία ο Armand και ο Gaston εξασκούσαν την τέχνη τους δεν απαιτούσε μόνο πολύ χρόνο και υπομονή, αλλά και κεφάλαια. Η παραγωγή και το απόθεμα lambik έπρεπε να χρηματοδοτείται τουλάχιστον τρία χρόνια νωρίτερα για την αγορά των βαρελιών, της ίδιας της μπύρας και το πάγιο κόστος του προσωπικού.

Το 1993, το βραβείο Objectieve BierProevers (το οποίο απονέμεται σε διακεκριμένες προσωπικότητες του κόσμου της Βελγικής ζυθοποιίας), απονεμήθηκε σε τρεις αυθεντικούς geuze blenders: 3 Fonteinen, Hanssens Artisanaal και Moriau. Αυτή ήταν η υποστήριξη που χρειαζόταν ο Armand για να πειστεί ακόμη περισσότερο ότι «η lambik και η geuze έχουν μέλλον, επειδή είναι τοπικές και είναι δικές τους».

Η μπύρα lambik έχει ένα προφανή δεσμό με το «terroir» μας και αυτή η κληρονομιά μας δεν μπορεί να αναπαραχθεί με τεχνητά μέσα.


Το 1997 Ο Armand Debelder εξελίσσεται ως ζυθοποιός και blender.  Η αποφασιστικότητα και η πίστη του Armand στο μέλλον της lambik δεν επρόκειτο να είναι εύκολη υπόθεση. Αυτό φάνηκε όταν ο Gaston - ο οποίος είχε δει την πτώση της κατανάλωσης geuze να συμβαίνει μπροστά στα ίδια του τα μάτια – θεώρησε τρελό τον ίδιο του τον γιο. «Geuze πίνουν μόνο οι γέροι πλέον», ο Armand θυμάται να λέει ο πατέρας του. Ευτυχώς όμως ο Armand κληρονόμησε επίσης την ισχυρογνωμοσύνη και την επιμονή του πατέρα του. Επέλεξε να ασχοληθεί αποκλειστικά με την lambik και την geuze, και ξεκινά την δική του εταιρεία το 1997. O Guido αναλαμβάνει τον πλήρη έλεγχο του εστιατορίου το 2002.

Τον ίδιο χρόνο, ο Armand ιδρύει το HORAL (High Council for Artisanal Lambic Beer) μαζί με μερικούς άλλους ζυθοποιούς και blenders. Τον Νοέμβριο του 1997 επιτέλους συμβαίνει: ο Armand αρχίζει να φτιάχνει μπύρα ο ίδιος και η ζυθοποιία 3 Fonteinen αρχίζει επίσημα την παραγωγή. Ο Armand ετοιμάζει το δικό του γλεύκος σε ένα μικρό σύστημα στον αριθμό 2 της οδού Hoogstraat. Το ζυθοποιείο βρίσκεται σε αυτή την τοποθεσία έως και σήμερα.

Τα επόμενα χρόνια αποδεικνύεται ότι ο Armand είχε δίκιο. Το τοπικό, περιφερειακό, εθνικό και διεθνές ενδιαφέρον για τις μπύρες lambik και geuze αναζωπυρώνεται. Το Toer De Geuze και το Open Bier Dagen καθώς και πολυάριθμες πρωτοβουλίες του τουριστικού κλάδου παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτό.


Εν τω μεταξύ η 3 Fonteinen συνεχίζει να αναπτύσσεται και περίπου το 2008 η εταιρεία καθίσταται και οικονομικά υγιής. Η ετήσια παραγωγή εκείνη την περίοδο ανέρχεται σε περίπου 800 εκατόλιτρα ανά έτος. Αυτό απαιτεί την αγορά όλο και περισσότερων ξύλινων βαρελιών. Εκείνη την περίοδο τα δοχεία είναι ήδη διανεμημένα σε τρεις διαφορετικές τοποθεσίες: δύο στο Beersel (Hoogstraat και Laarheide) και ένα στο Essenbeek Halle (Zavestraat).

Όλα μοιάζουν να πηγαίνουν τέλεια για την 3 Fonteinen, έως την νύχτα μεταξύ 15ης και 16ης Μαρτίου του 2009…

Το πρωί του Σαββάτου, 16 Μαΐου 2009, o Armand άνοιξε την πόρτα της αποθήκης στο Halle. Μια ριπή καυτού αέρα τον πέταξε κυριολεκτικά κάτω, και ενστικτωδώς έτρεξε μέσα στο ζεστό δωμάτιο. Αυτός ο χώρος, γεμάτος με φιάλες σε διαδικασία επαναζύμωσης και ωρίμανσης, συνήθως διατηρείται σε μια θερμοκρασία 18 βαθμών κελσίου. Αυτή διασφαλίζεται από ένα θερμαντικό στοιχείο το οποίο ελέγχεται από ένα θερμοστάτη. Εκείνη την ημέρα υπήρχαν αποθηκευμένες περίπου 80.000 φιάλες…

Λόγω μιας βλάβης του θερμοστάτη η θερμοκρασία ανέβηκε στους 60-70 βαθμούς Κελσίου για τουλάχιστον μία, αλλά πιθανότατα για τρεις ολόκληρες ημέρες. Έως τότε τουλάχιστον 13.000 φιάλες είχαν εκραγεί λόγω πίεσης. Σε κατάσταση σοκ ο Armand σκεφτόταν ένα μόνο πράγμα: «τελείωσαν όλα», αφού το θερμό δωμάτιο περιέχει απόθεμα προς πώληση, συνεπώς και εισοδήματα, ενός έτους. Ωστόσο η Lydie Hulpiau, σύζυγος του Armand, και μια χούφτα άλλοι άνθρωποι ανέλαβαν να βοηθήσουν τον Armand προκειμένου το ζυθοποιείο να αναγεννηθεί από τις στάχτες του μετά το περιστατικό.


Ζυθοποιοί βοήθησαν την 3 Fonteinen παραχωρώντας παράταση πληρωμών και δωρεές από την πώληση μπυρών φτιαγμένων για την περίσταση. Ο δάσκαλος τεχνικών απόσταξης, μαθήματα του οποίου είχε παρακολουθήσει ο Armand, πρότεινε να αποστάξουν την geuze. Μετά από μερικές δοκιμές, η προσπάθεια στέφθηκε με επιτυχία. Τα επόμενα δύο σαββατοκύριακα 100 περίπου εθελοντές βοήθησαν να αδειάσουν 65.000 φιάλες μπύρας. Αυτές αποτέλεσαν την βάση του Armand’ Spirit, ένα eau de vie (μπράντυ φρούτων ) με χαρακτηριστικά geuze, η απόσταξη του οποίου πραγματοποιήθηκε από το αποστακτήριο Distillerie de Biercée.

O Armand είχε επίσης λίγη από την lambik του σε δρύινα βαρέλια, την οποία θα χρησιμοποιούσε για μελλοντικά blends. Κάποιοι φίλοι του από την Αμερική έδωσαν στον Armand την έμπνευση να δημιουργήσει ένα ειδικό blend το οποίο αποτελούταν αποκλειστικά από lambik της 3 Fonteinen. Με αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε μια μοναδική σειρά blend: η Armand’ 4, Lente, Zomer, Herfst και Winter. Η σειρά Armand’ 4 έγινε επιτυχία: με το πανέμορφο σχέδιο της φιάλης και ακολουθώντας το αλάνθαστο ένστικτο μάρκετινγκ της Lydie, οι πωλήσεις ξεπέρασαν κάθε προσδοκία.

Έως το 2011, ο Armand είχε πουλήσει το ζυθοποιείο και είχε επενδύσει μεγάλα ποσά από τα δικά του χρήματα στην επιχείρηση. Με την υποστήριξη φίλων, οικογένειας, υποστηρικτών και τις πωλήσεις των geuze Armand’ 4 και του Armand’ Spirit, συγκεντρώθηκαν αρκετά χρήματα τα οποία επέτρεψαν στην 3 Fonteinen να επιβιώσει οριακά και να αρχίσει και πάλι το blending της geuze.

Armand & Michaël, photo by http://drinkbelgianbeer.com/

Έχοντας μόλις ανακάμψει, αλλά αποφασισμένος όσο ποτέ να συνεχίσει, ο Armand αρχίζει να αναζητά ένα νέο υπάλληλο το 2010. Στον Michaël Blancquaert, 26 χρονών τότε, βλέπει μια νεότερη εκδοχή του εαυτού του: πιστός στην παραδοσιακή διαδικασία και παθιασμένος με την παράδοση, πάντα πρόθυμος να μάθει και αποφασισμένος να επιδιώξει την απόλυτη ποιότητα. Σύντομα ο Armand και ο Michaël ανακοινώνουν την επιθυμία τους να αρχίσουν και πάλι την ζυθοποίηση. Τον Σεπτέμβριο του 2012 ένα μικρό σύστημα με δοχείο ψύξης 4000 λίτρων αρχίζει να λειτουργεί στην Hoogstraat 2A. Έως το τέλος του 2012 οι δραστηριότητες της 3 Fonteinen εξαπλώνονται όσο ποτέ. Με όχι λιγότερες από τέσσερεις διαφορετικές τοποθεσίες, η οργάνωση της μεταφοράς lambik και έτοιμων φιαλών έγινε εφιαλτική. Αυτή η οργάνωση της εφοδιαστικής αλυσίδας επιβάρυνε την εταιρεία με 200 ανθρωποημέρες ετησίως.

Για αυτό το λόγο από τα μέσα του 2013 ξεκίνησε μια εντατική προσπάθεια αναζήτησης νέου χώρου, με κύριο σκοπό την συγκέντρωση όλων των φάσεων της παραγωγικής διαδικασίας, εκτός της ίδιας της ζυθοποίησης (η οποία παραμένει έως και σήμερα στο Beersel). Και όλα αυτά κατά προτίμηση μέσα ή κοντά στο Beersel. Ένα Σάββατο πρωί το καλοκαίρι του 2013 ο Armand και ο Michaël μιλούσαν σε κάποια άτομα του κύκλου σχετικά με αυτό το σχέδιο. Εκείνη την στιγμή μπήκε ο Werner Van Obberghen για να αγοράσει την κάσα geuze του. Έντεκα χρόνια πριν ο Werner είχε γράψει την πτυχιακή του εργασία σχετικά με τα προβλήματα των μικρών παραδοσιακών geuze blenders και το 2012 παρακολούθησε το ίδιο σεμινάριο ζυθοποίησης με τον Michaël.


Παρόλο που δεν ήταν άγνωστοι, ο Werner το θεώρησε τιμή του όταν ο Armand τον κάλεσε στο γραφείο του για να μιλήσουν για τα σχέδιά τους. Ο Werner πρότεινε να συντάξει εθελοντικά ένα επιχειρηματικό σχέδιο για τις μελλοντικές επενδύσεις. Μετά από πολλές ανταλλαγές ιδεών, υπολογισμούς και συζητήσεις, ο Werner στις αρχές του 2014 εξέφρασε την επιθυμία να βοηθήσει ο ίδιος στον συντονισμό αυτών των σχεδίων. Το 2015 οριστικοποιήθηκε η συμφωνία για την τελική τοποθεσία.

Στην οδό Molenstraat 47 στο Lot, λίγα μόλις μέτρα από τον ποταμό Zenne δημιουργήθηκε ο καταπληκτικός χώρος Lambik-O-Droom. Αυτός ο «ναός» των lambik, 5.500 τ.μ., στεγάζει τα πολυάριθμα βαρέλια ωρίμανσης (τρία χρόνια κατά μέσο όρο μένουν οι lambik), το χώρο συντήρησης των φιαλών, τη γραμμή εμφιάλωσης και βεβαίως το tasting room και το retail shop. Το Lambik-O-Droom άνοιξε τελικά τις πόρτες του για το κοινό τον Σεπτέμβριο του 2016 με τις Open Beer Days και από τότε δίνει την ευκαιρία σε κάθε μπυρόφιλο να επισκέπτεται την 3F και να γεύεται επί τόπου τόσο τις τρέχουσες κυκλοφορίες, όσο και περιορισμένα vintage μπουκάλια.

Επιμέλεια κειμένου: Φ.Α.

Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

Ένας δρυΐδης της μπύρας


Η φιγούρα του Πανοραμίξ, ο οποίος ετοιμάζει τον μυστικό μαγικό ζωμό στο καζάνι που βράζει, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές στις ιστορίες του Αστερίξ. Σαν τον Πανοραμίξ λοιπόν και ο Βασίλης Γκλέτσος βράζει τα δικά του «μαντζούνια», ρίχνοντας στο καζάνι τα υλικά που έχει συλλέξει ο ίδιος, συχνά και με τη βοήθεια των παιδιών του, κατά τη διάρκεια περιπάτων στα πλούσια δάση του Βερμόντ της Αμερικής. Λουλούδια και βότανα, άγρια μανιτάρια, λειχήνες, αλλά ακόμα και φύλλα και φλοιοί δέντρων είναι μερικά από τα συστατικά που χρησιμοποιεί ο Βασίλης στους «μπυραματισμούς» του.

Photo by Vasilis Gletsos

Vasilis Gletsos - Photo by The New School

Ο Vasilios Peter Gletsos, με καταγωγή από τη Στυλίδα Φθιώτιδας, ξεκίνησε σπουδάζοντας και εξασκώντας την τέχνη του κουκλοθέατρου. Κατά τη διάρκεια των περιοδειών του με το θέατρο, είχε την ευκαιρία να δοκιμάζει νέες craft μπύρες, ενώ παράλληλα ως φαν της DIY κουλτούρας έφτιαχνε και τις δικές του στο σπίτι. Το 2005 άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με την ζυθοποίηση και περνώντας από διάφορα πόστα και ζυθοποιίες στη σκηνή του Oregon, κατέληξε το 2014 στη θέση του production manager στη φημισμένη ζυθοποιία Hill Farmstead στο Greensboro του Βερμόντ, ύστερα από τη γνωριμία του με τον Shaun Hill.

Η δουλειά του στη Hill Farmstead του επέτρεψε το 2016 να λανσάρει τις δικές του ιδιαίτερες μπύρες μικρής παραγωγής με την επωνυμία Wunderkammer Bier. Wunderkammer στα γερμανικά σημαίνει δωμάτιο θαυμάτων, ενώ είναι ευρέως γνωστό και ως «cabinet of curiosities». Στην περίοδο της Αναγέννησης συνηθίζονταν να τοποθετούνται σε βιτρίνες ή και ολόκληρα δωμάτια ατομικές συλλογές από παράταιρα, αξιοπερίεργα και εξωτικά αντικείμενα όπως ταριχευμένα ζώα και έμβρυα, σκελετοί, απολιθώματα, πολύτιμες πέτρες, ιστορικά κειμήλια, αρχαιολογικά ευρήματα, πίνακες ζωγραφικής, είδη λαϊκής τέχνης και πολλά άλλα. Θεωρούνται και οι πρόδρομοι των σημερινών μουσείων.


Τέτοιες μικρές συλλογές φυσικής ιστορίας θυμίζουν και οι ζυθο-δημιουργίες του Βασίλη. Με το project Wunderkammer Bier θέλησε να συνδυάσει το ενδιαφέρον του για το παράξενο και την τοπική χλωρίδα με την εμπειρία του στη ζυθοποίηση, ώστε να δώσει μια σειρά από λίγο διαφορετικές μπύρες με κυρίαρχο τον γήινο χαρακτήρα.


Από τις οκτώ μπύρες που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής, είχαμε της ευκαιρία να δοκιμάσουμε τις πέντε, χάριν στον ίδιο τον Βασίλη. Το σώμα τους ήταν γενικά ελαφρύ προς μέτριο με χαμηλή ανθράκωση και όλες είχαν υποστεί ζύμωση σε δρύινα βαρέλια. Τα αρώματα και οι γεύσεις έβγαιναν διακριτικά. Η ισορροπία ήταν η λέξη κλειδί. Καμία δεν ήταν ιδιαίτερα ξινή και όξινη. Περισσότερο στιφές θα τις έλεγες, με το κίτρο να δίνει τον ρυθμό και τη μαγιά να βγαίνει στο άρωμα.


Αν και όλες μας άρεσαν, ξεχωρίσαμε την «Stone Axe, Skull Fragments», μια wild ale «μαγειρεμένη» με καλαμπόκι, φασόλια και κολοκύθα και ζυμωμένη με μικτές καλλιέργειες μικροοργανισμών. Ήταν η πιο «προσιτή» και εύγεστη. Ψωμί, βότανα και κίτρο έβγαζε κυρίως στο άρωμα και ισορροπούσε κάπου μεταξύ γλυκού και πικρού. Επίσης, ξεχώρισε και η «Fertility Statues and Symbols», μια ale με βρώμη, και αγριαψιθιά στη ζύμωση. Ενδιαφέρον είχε και η 2η της σειράς, η Bufo, η οποία έβγαζε κάτι σε βρώμικες κάλτσες και κλεισούρα…χωρίς όμως να χαλάει το άρωμα. Όχι δεν οφειλόταν αυτή η μυρωδιά σε βατραχοπόδαρα (δεν περιείχε), αλλά μάλλον στα άγρια μανιτάρια, στις λειχήνες και στα φύλλα που χρησιμοποιήθηκαν κατά το βρασμό. Τέλος αξίζει να αναφερθεί και η «Del Arboles», μια συνεργασία της Wunderkammer με τη συντοπίτισσα Casita Cerveceria. Πρόκειται για μια ale με άρκευθο, κέδρο και πεύκο.

Οι Wunderkammer Bier είναι μια εξερεύνηση στο δάσος και στις άγνωστες πτυχές τις γευστικής παλέτας. Η εξερεύνηση συνεχίζεται…


Ο Βασίλης φιλοτεχνεί ο ίδιος τις όμορφες και λιτές του ετικέτες


Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Οδοιπορικό στη γη των NEIPA (Μέρος 2ο)


H craft σκηνή της πόλης της Νέας Υόρκης έχει εξελιχθεί τον τελευταίο καιρό σε έναν από τους κορυφαίους προορισμούς για μπύρα σε ολόκληρη την Αμερική. Με καμιά 20αρια τοπικές ζυθοποιίες ήδη (μέσα στον 2018 αναμένονται να έχουν το δικό τους ζυθοποιείο και οι Evil Twin, Mikkeller, Grimm και Stillwater), δεκάδες μπαρ και bottle shop, πλέον καλύπτει και τον πιο απαιτητικό μπυρόφιλο. Η craft μπύρα παίζει στην κυριολεξία παντού.

Καλή η Νέα Υόρκη, αλλά τι κάνεις όταν ξέρεις πως σε «απόσταση βολής», μόλις 4-5 ώρες με το αμάξι, βρίσκονται ζυθοποιίες όπως η Tree House και η Alchemist και ολόκληρη η σκηνή του Βερμόντ; Στρέφεις τη μούρη του νοικιασμένου σου αμαξιού προς Βορρά και κατευθύνεσαι προς Νέα Αγγλία, τη γη των NEIPA…

Από το αρχείο της Tree House

Πρώτος σταθμός σε αυτό το οδοιπορικό, η θρυλική Tree House, στο Charlton της Μασαχουσέτης. Καταφέραμε να φτάσουμε λίγο πριν το άνοιγμα, στις 2 το μεσημέρι. Αυτοκίνητα ερχόντουσαν συνεχώς και το υπαίθριο χωμάτινο πάρκινγκ έξω από την έκταση της ζυθοποιίας άρχισε να γεμίζει. Η φάση έμοιαζε με φεστιβάλ στη Μαλακάσα, με τη διαφορά πως επρόκειτο για μια τυπική εργάσιμη μέρα και όλος αυτός ο κόσμος έφτανε εκεί για να προμηθευτεί απλά μπύρες!

Το αρχικό ζυθοποιείο στο Brimfield - Από το αρχείο της Tree House
Από το αρχείο της Tree House
Από το αρχείο της Tree House

Η πορεία της Tree House είναι αξιοθαύμαστη. Από τον γραφικό πορφυρό αχυρώνα και το σήμα κατατεθέν δεντρόσπιτο στο Brimfield της Μασαχουσέτης, όπου ξεκίνησε ως boutique ζυθοποιία το 2012, μεταφέρθηκε αναγκαστικά στο Monson το 2014 σε μεγαλύτερες εγκαταστάσεις όταν και η φήμη της είχε ήδη εκτοξευτεί εξαιτίας των μυθικών hazy IPA Julius και Green. Η τεράστια ζήτηση την οδήγησε σε νέο πλάνο επενδύσεων, το οποίο υλοποιήθηκε τάχιστα και οι νέες τεράστιες εγκαταστάσεις 5.000μ2 εγκαινιάστηκαν σιωπηρά τον προηγούμενο Ιούλιο ("μόνο" 4.000 άτομα επισκέφτηκαν εκείνη τη μέρα τη ζυθοποιία) σε μια έκταση 68 εκταρίων, στον καταπράσινο λόφο του Charlton.

Από το αρχείο της Tree House

Από το παρκινγκ έπρεπε να ανέβουμε πεζοί ένα φιδίσιο δρόμο στη κορυφή του λόφου. Μια χαρακτηριστική ξύλινη αψίδα λειτουργούσε ως είσοδος στην έκταση της Tree House και έδενε απόλυτα με το περιβάλλον. Φτάνοντας επάνω η εικόνα που αντικρίσαμε ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακή. Μέσα σ’ ένα πανέμορφο τοπίο με πολύχρωμα πυκνά δέντρα, ξεπρόβαλε το νέο επιβλητικό κτήριο στη μια άκρη, απ’ όπου ξεκινούσε μια ανθρώπινη αλυσίδα που κατέληγε στην άλλη άκρη, σ’ένα γεμάτο πάρκινγκ…εκεί όπου θα έπρεπε να καταλήξουμε κι εμείς για να εισέλθουμε σιγά σιγά στο ζυθοποιείο. Περιμένοντας στην ουρά είχες την ευκαιρία να περιεργαστείς τον φροντισμένο περιβάλλοντα χώρο και τον κόσμο μπροστά σου. Υπήρχαν από ντόπιοι που έκαναν τη συνηθισμένη στάση για τα «καθημερινά» τους ψώνια, γυναίκες με παιδιά, μέχρι και οι κλασικοί geeks που είχαν ταξιδέψει από κοντινές πολιτείες, όπως εμείς από Νέα Υόρκη. Κάποιος δίπλα μας μας εκμυστηρεύτηκε πως είχε οδηγήσει από το New Jersey σκαστός από τη γυναίκα του, αφήνοντας τη να νομίζει πως είναι ακόμα στο γραφείο…


Tο can release εκείνης της ημέρας περιλάμβανε Green, Alter Ego και Bright with Citra. Η στιγμή επιτέλους που θα πίναμε ολόφρεσκη Green μερικών ωρών δεν ήταν μακριά. Μπαίνοντας στο εσωτερικό της Tree House μετά από κάνα μισάωρο αναμονής (το Σάββατο η αναμονή μπορεί να ξεπερνά και τις 2 ώρες), το σαγόνι κρέμασε ακόμα περισσότερο. Σ’ένα ενιαίο χώρο όπου κυριαρχούσε το ξύλο, υπήρχε στα αριστερά το θεαματικό taproom και στα δεξιά το merchandise και ο χώρος διανομής των κυτίων. Στο βάθος και σε χαμηλότερο επίπεδο βρισκόντουσαν οι εγκαταστάσεις του ζυθοποιείου, όπως φαίνεται και στο παρακάτω βιντεάκι. Οι τύποι έχουν κάνει καταπληκτική δουλειά εκεί μέσα, καταφέρνοντας να κρατήσουν σε μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα της παλιάς Tree House.







Για κακή μας τύχη το taproom δεν λειτούργησε εκείνη τη μέρα. Έτσι, δεν μπορούσαμε να δοκιμάσουμε τίποτα επί τόπου. Ούτε να ανοίξουμε όμως και τα κουτάκια που μόλις είχαμε αγοράσει, και να τα πιούμε κάπου έξω, αραχτοί στα γρασίδια κάτω από τον λαμπρό ήλιο ή στους πάγκους κάτω από το τεράστιο ξύλινο στέγαστρο. Οι πανηλίθιοι νόμοι της Μασαχουσέτης δεν σου επιτρέπουν να ανοίξεις μπύρα πουθενά εντός, εκτός και επί τα αυτά της ζυθοποιίας. Μόνο ότι βγαίνει από τις βρύσες του taproom επιτρέπεται να καταναλωθεί εκεί και σε ποτήρι. Μας σφύριξαν βέβαια κάποιοι ντόπιοι πως κοντά στη ζυθοποιία υπήρχε ένα smokehouse με καταπληκτικό φαγητό, όπου μπορούσες να ανοίξεις ελεύθερα τις Tree House σου. Οπότε βάλαμε πλώρη για εκεί. Όμως, ήταν δυνατόν να φύγουμε από την Tree House χωρίς να πιούμε έστω μια γουλιά Green εξαιτίας μιας χαζοαπαγορεύσης; Εννοείται πως όχι…


B.T.'s Smokehouse: ίσως το καλύτερο καπνιστό κρέας στη Μασαχουσέτη

Το ταξίδι συνεχίζεται…

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Οδοιπορικό στη γη των NEIPA (Μέρος 1ο)



«Τώρα είχαμε στρέψει τη μούρη του σαραβαλιασμένου αμαξιού μας προς Νότο και κατευθυνόμασταν στο Καστλ Ροκ του Κολοράντο, ενώ ο ήλιος κοκκίνιζε κι οι βράχοι των βουνών προς τη Δύση φαινόντουσαν σαν μπυραρία του Μπρούκλιν σ’ ένα νοεμβριάτικο σούρουπο.» Τζακ Κέρουακ – Στο Δρόμο

Σε μια γειτονιά του Μπρούκλιν, ένα οκτωβριάτικο πρωινό, ξεκίνησε η δική μας περιπέτεια στον κόσμο των NEIPA. Όχι από μπυραρία, αλλά από ζυθοποιία. Δεν είχαμε πατήσει καλά καλά το πόδι μας στη Νέα Υόρκη και ήδη βρισκόμασταν Σάββατο πρωί έξω από την περιβόητη Other Half Brewing. Αν και τυπικά εκτός New England, η Other Half θεωρείται μια από τις κορυφαίες ζυθοποιίες στην παραγωγή του στυλ New England IPA

Is the hype real?


Η στιγμή που περιμέναμε δεν ήταν μακριά. Λιγότερο από 50 Νεοϋορκέζους είχαμε μπροστά μας, καμιά ώρα πριν το επίσημο άνοιγμα της ζυθοποιίας για το νέο can release. Μια χαρά, δηλαδή, συγκριτικά με άλλες μέρες όπου η ουρά χάνεται πίσω από το οικοδομικό τετράγωνο… Ναι, οι ουρές που σχηματίζονται στα can release της Other Half είναι τόσο μνημειώδεις όσο αυτές για το release του νέου iPhone. Οι πρώτοι στην δική μας ουρά ήταν ήδη εκεί από τις 6 τα χαράματα…Κάποιοι, αντί για καφέ, άνοιγαν κουτάκια μπύρας, άλλοι χαλάρωναν στη σπαστή τους καρέκλα και λαγοκοιμούνταν, ενώ κάποιοι άλλοι έφτιαχναν πυργάκια με NEIPA κουτάκια, έτοιμοι για trade. Σε αυτό το σουρεάλ σκηνικό, που μέχρι τότε βλέπαμε μόνο στο youtube και κάναμε καζούρα, ανήκαμε πλέον κι εμείς.




Με το που ξεκίνησε η διάθεση, η περιοχή έξω από τη ζυθοποιία γέμισε κιβώτια με 4packs. Άλλοι φόρτωναν κατευθείαν στα αυτοκίνητα και άλλοι προσπαθούσαν να γεμίσουν τα φορητά τους ψυγεία. Εμείς απλά πήραμε όσα μπορούσαμε και κατευθυνθήκαμε απευθείας στο taproom της Other Half, για να γευτούμε επιτέλους τις ΝΕΙΡΑ όπως θα έπρεπε να είναι; ολόφρεσκιες!




Ο ψυχεδελικός μαυροπίνακας πάνω από τη μπάρα μόνο πονοκέφαλο σου προκαλούσε με τόσες επιλογές που έμοιαζαν μεταξύ τους. Daydream in Green, All Green Everything, Double Mosaic Dream, Hop Showers…ήταν μερικά μόνο ονόματα που σ’ έστελναν απευθείας στον «πράσινο» παράδεισο.



Αφού καταφέραμε να εντοπίσουμε τις πιο αντιπροσωπευτικές, πιάσαμε τραπέζι κι αρχίσαμε τις δοκιμές. Το άρωμα είχε ήδη εισχωρήσει βαθιά στη μύτη και προσπαθούσε να τρυπήσει τον εγκέφαλό μας. Οι πρώτες γουλιές έφεραν επιφωνήματα θαυμασμού. Η φρεσκάδα ήταν πανταχού παρούσα. Τα τροπικά φρούτα και οι έντονοι λυκίσκοι γέμιζαν τη στοματική σου κοιλότητα στον υπέρτατο βαθμό.


Τα ποτήρια άλλαζαν συνεχώς χέρια αναμεταξύ μας. Η ευδαιμονία που σου προκαλούσε η κάθε γουλιά, δεν σου επέτρεπε να σκεφτείς ιδιαίτερα διαφορές και είδη. Ούτε σημειώσεις, ούτε βαθμολογίες, ούτε τίποτα. Μόνο pure joy!


Το ταξίδι στους δρόμους του λυκίσκου είχε μόλις ξεκινήσει…ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

Ρε, παγωτό χειμωνιάτικα;

Αν και το παγωτό αποτελεί αγαπημένη δροσιστική απόλαυση το καλοκαίρι, το χειμώνα οι συνθήκες είναι καταλληλότερες να καταναλωθεί. Εξάλλου και στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης η κατανάλωση παγωτού είναι δημοφιλής και το χειμώνα. Κάπως έτσι και η αγαπημένη Omnipollo, σε συνεργασία αυτή τη φορά με την ακόμα πιο αγαπημένη Buxton, παρουσίασε μέσα στο καταχείμωνο μια σειρά παγωτών σε μπύρα. Είχε προηγηθεί βέβαια, την άνοιξη που μας πέρασε, η περιβόητη Rare Scooop, προϊόν συνεργασίας των αμερικανικών craft Cycle και 3 Sons, δηλαδή μια «ζυθο-βερσιόν» του χωνάκι σοκολάτα, βανίλια, φράουλα, η οποία είχε προκαλέσει ένα μικρό πάταγο στους απανταχού beer lovers (και είχαμε την τύχη να δοκιμάσουμε κι εμείς στο καλοκαιρινό CBC, aka Chania Beer Celebration).


Η Omnipollo λοιπόν, στα πλαίσια του εντυπωσιασμού που μας έχει συνηθίσει, ζυθοποίησε 4 «αυθεντικά» παγωτά, όπως τα αποκαλεί. Η αλήθεια είναι πως τα food flavours εξελίσσονται σε νέα τάση μπυραματισμών, όπως μας πληροφορεί και το πολύ ενδιαφέρον πρόσφατο άρθρο του DRAFT magazine. Original Ice Cream Pale Ale, Original Lemon Meringue Ice Cream Pie, Original Rocky Road Ice Cream και Original Texas Pecan Ice Cream είναι τα 4 ονόματα που προκαλούν την περιέργεια μας.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Οι stout του Kees Bubberman

Ο Kees Bubberman αρχικά εκπαιδεύτηκε ως μάγειρας. Άρχισε όμως να ασχολείται και με την οικιακή ζυθοποίηση πριν από 17 χρόνια, η οποία τελικά και τον κέρδισε. Το 2007 έγινε ο master brewer της γνωστής Ολλανδικής ζυθοποιίας Emelisse Kamperland και μετά από 7 χρόνια αποφάσισε να αποχωρήσει για να φτιάξει τη δική του ζυθοποιία δίνοντας το όνομά του; Brouwerij Kees (προφέρεται Κέις).


Η πρώτη επαφή με τα “ζυθοποιήματα” του Kees ήταν στο τελευταίο Eurhop Beer Festival στη Ρώμη, όπου οι stout του μας άφησαν πολύ καλές εντυπώσεις. Έτσι παραγγέλθηκαν και τα πρώτα μπουκάλια. Παρά τη συμμετοχή της Kees στο CBC Boston, τις πολλές εγκομιαστικές κριτικές στο ratebeer και ότι, δικαίως, θεωρείται πια μια από τις καλύτερες νέες craft ζυθοποιίες στην Ευρώπη, ευτυχώς για μας, οι μπύρες της παραμένουν ακόμα εξαιρετικά προσιτές, μακρία από το hype και τη μανία του trading που διογκώνουν την εικόνα τους και τις κάνουν δυσεύρετες και πανάκριβες.